αἰγικός

αἰγικός, ή, όν,
A = αἴγειος, PGrenf.2.51.15 (ii A. D.).
2 [suff] αἰγι-κόν, τό, = ἄγρωστις, Ps.-Dsc.4.29.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αιγικός — ή, ό (Α αἰγικός, ή, ὸν) [αἴξ] αυτός που προέρχεται από κατσίκα, γιδήσιος …   Dictionary of Greek

  • αἰγικόν — neut nom/voc/acc sg αἰγικός masc acc sg αἰγικός neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αίγινος — αἴγινος, η, ον (Α) [αἴξ] 1. ο αιγικός* 2. ως ουσ. ονομασία τού φυτού κώνειο και τού δηλητηρίου που προέρχεται από αυτό …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.